Η εικόνα τριών ηγετών να περπατούν πλάι-πλάι στην πλατεία Τιενανμέν θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη των διεθνών αναλυτών. Ο Σι Τζινπίνγκ, ο Βλαντιμίρ Πούτιν και ο Κιμ Γιονγκ Ουν, σε μια εμφανώς σκηνοθετημένη εμφάνιση, θέλησαν να στείλουν το μήνυμα της ενότητας τριών αυταρχικών καθεστώτων απέναντι σε έναν κοινό αντίπαλο: την παγκόσμια τάξη που οικοδομήθηκε υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Η σκηνή αυτή δεν περιορίστηκε στη σφαίρα του συμβολισμού. Ήταν μια πολιτική δήλωση με αποδέκτες τόσο το εσωτερικό ακροατήριο της Κίνας όσο και τη διεθνή κοινότητα. Η παρουσία των Πούτιν και Κιμ δίπλα στον Σι τόνισε τον κεντρικό ρόλο που διεκδικεί το Πεκίνο στο άτυπο αντιδυτικό μπλοκ.
Η ειρωνική απάντηση του Τραμπ
Η Ουάσινγκτον δεν άργησε να αντιδράσει. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να σχολιάσει με ειρωνεία στο Truth Social. «Είθε ο Πρόεδρος Σι και ο υπέροχος λαός της Κίνας να έχουν μια μεγάλη και διαρκή εορταστική ημέρα», έγραψε, για να προσθέσει αμέσως μετά πως οι «θερμότεροι χαιρετισμοί» του πηγαίνουν στον Πούτιν και τον Κιμ, «καθώς συνωμοτούν εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών».
Το σχόλιο αυτό, πέρα από τον σαρκασμό, αποτύπωσε και την ανησυχία της Ουάσινγκτον για την εντεινόμενη συνεργασία των τριών καθεστώτων. Την ίδια στιγμή, οι συνεχείς αντιφάσεις της αμερικανικής πολιτικής –με πιο χαρακτηριστική την πρόσφατη υποδοχή του Πούτιν στην Αλάσκα– δημιουργούν εικόνα αναποφασιστικότητας, την ώρα που η άλλη πλευρά επιδιώκει να δείξει συνοχή.
Οικονομική και στρατηγική σχέση Πεκίνου–Μόσχας
Ένα από τα βασικά πεδία όπου η συνεργασία Κίνας και Ρωσίας έχει εμβαθύνει εντυπωσιακά είναι το εμπόριο. Οι κινεζικές αγορές και οι επενδύσεις λειτουργούν ως ζωτικής σημασίας ανάσα για τη ρωσική οικονομία, η οποία πλήττεται από τις δυτικές κυρώσεις και την απομόνωση. Από την άλλη, η Κίνα, σε μια περίοδο που δοκιμάζεται από τον εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ και την επιβράδυνση της ανάπτυξής της, χρησιμοποιεί αυτή τη σχέση για να παρουσιαστεί ως ηγέτιδα δύναμη ενός εναλλακτικού οικονομικού πόλου.
Ωστόσο, η ισορροπία έχει σαφώς μεταβληθεί. Η Ρωσία, που στον 20ό αιώνα λειτουργούσε ως ισότιμη ανταγωνίστρια της Κίνας, σήμερα παίζει ολοένα και περισσότερο τον ρόλο του «μικρού εταίρου». Η εξάρτησή της από το Πεκίνο είναι πλέον εμφανής, γεγονός που αποκαλύπτει τη νέα πραγματικότητα.
Η στρατιωτική παρέλαση και τα μηνύματά της
Στρατηγικής σημασίας ήταν και η ίδια η στρατιωτική παρέλαση στο Πεκίνο. Η Κίνα επέδειξε σύγχρονα οπλικά συστήματα, από τεθωρακισμένα και drones έως διηπειρωτικούς πυραύλους ικανούς να φέρουν πυρηνικές κεφαλές. Οι DF-5C, οι νέοι Dongfeng-61 και τα stealth μαχητικά J-20 προβλήθηκαν ως σύμβολα μιας στρατιωτικής ισχύος που πλησιάζει γοργά εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Και όμως, όπως προειδοποιούν στρατιωτικοί αναλυτές, η εικόνα μπορεί να εντυπωσιάζει αλλά δεν αρκεί. Τα περισσότερα από αυτά τα συστήματα δεν έχουν δοκιμαστεί ποτέ σε πραγματική μάχη. Η τελευταία μεγάλη πολεμική εμπειρία της Κίνας χρονολογείται από το 1979, στον συνοριακό πόλεμο με το Βιετνάμ. Συνεπώς, η επίδειξη ισχύος δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με στρατιωτική αποτελεσματικότητα.
Η πολιτική διάσταση
Πέρα από τα όπλα και τις εικόνες, το μήνυμα της παρέλασης ήταν βαθιά πολιτικό. Η Κίνα επιδιώκει να εμφανιστεί όχι μόνο ως περιφερειακή δύναμη, αλλά ως ο βασικός πόλος ενός πολυπολικού κόσμου. Η παρουσία Πούτιν και Κιμ ενίσχυσε την εικόνα ενός αντιδυτικού μετώπου, με το Πεκίνο στο τιμόνι.
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η σκηνή αυτή αποτέλεσε αφορμή να μιλήσει για «συνωμοσία» εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών, δίνοντας εσωτερικό πολιτικό χρώμα σε ένα διεθνές γεγονός. Για τον Σι, ήταν μια ευκαιρία να ενισχύσει το κύρος του τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Το μεγάλο ερώτημα
Το κρίσιμο ζήτημα που αναδύεται είναι αν αυτή η τριμερής σύμπραξη θα μείνει στην επιφάνεια της εικόνας ή αν θα αποκτήσει στρατηγικό βάθος. Ιστορικά, οι σχέσεις Κίνας–Ρωσίας και Κίνας–Βόρειας Κορέας χαρακτηρίζονται από έλλειψη εμπιστοσύνης και διαφορετικές επιδιώξεις. Αυτό που τις ενώνει σήμερα είναι η κοινή αντίληψη της αμερικανικής απειλής.
Όπως σημειώνουν αναλυτές, «οι δύο χώρες μπορούν να μοιράζονται τις δυστυχίες, αλλά όχι την ευτυχία». Η φράση αυτή αποτυπώνει εύγλωττα την εύθραυστη φύση μιας συμμαχίας που μοιάζει περισσότερο με τακτική επιλογή παρά με μακροπρόθεσμη στρατηγική δέσμευση.
