Η Ελλάδα αντιμετωπίζει βαθιά δημογραφική κρίση, με γεννητικότητα μόλις 1,41 παιδιά ανά γυναίκα και γεννήσεις περίπου 71.249 το 2023, έναντι 127.169 θανάτων, δηλαδή έλλειμμα 55.920 ανθρώπων για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Το ποσοστό θνησιμότητας άγγιξε το 12 θάνατοι ανά 1.000 κατοίκους, ενώ οι γεννήσεις έπεσαν στις 7,4 ανά 1.000 κατοίκους.
Το 2024, η εικόνα είναι αντίστοιχη: οι θάνατοι (~125.423) ξεπερνούν τις γεννήσεις (~62.624) κατά περίπου 63.000. Το φυσικό ισοζύγιο παραμένει αρνητικό, επηρεάζοντας την επιβίωση της νεότερης πληθυσμιακής βάσης της χώρας.
Η ελληνική κοινότητα γερνά. Το 2024 το 23,6% του πληθυσμού είναι άνω των 65 ετών, ενώ μόνο το 13,8% είναι παιδιά έως 14 ετών. Αυτό δείχνει αναντίρρητα τη μετατόπιση προς μια «γαλάζια» οικονομία με όλο και λιγότερους νέους και όλο και περισσότερους ηλικιωμένους.
Η αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας μέσω μετανάστευσης μπορεί να μοιάζει λύση, αλλά χωρίς κοινωνική ένταξη και μακροπρόθεσμη στρατηγική, ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την εθνική συνοχή και το δημογραφικό μέλλον της Ελλάδας.
Η επίλυση του δημογραφικού προβλήματος μέσω μαζικής μετανάστευσης, αν και μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στην αγορά εργασίας και στο ασφαλιστικό σύστημα, ενέχει σοβαρούς κινδύνους αν δεν συνοδεύεται από εθνική στρατηγική δημογραφικής ενίσχυσης. Η αδιάκοπη εισροή αλλοδαπών πληθυσμών χωρίς ουσιαστική ένταξη μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικές εντάσεις, πολιτισμική αλλοίωση και αποσταθεροποίηση της κοινωνικής συνοχής. Ταυτόχρονα, η χώρα παραμένει εξαρτημένη από εξωτερικούς παράγοντες για τη διατήρηση του πληθυσμού της, χωρίς να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες της υπογεννητικότητας. Οι υποδομές πιέζονται, η ενδογενής γήρανση συνεχίζεται και ο κίνδυνος δημογραφικής υποκατάστασης γίνεται υπαρκτός. Συνεπώς, η μετανάστευση δεν μπορεί να αποτελεί τη βασική λύση στο πρόβλημα· χρειάζονται στοχευμένες πολιτικές για τη στήριξη των νέων, την ενίσχυση των οικογενειών και τη δημιουργία προϋποθέσεων για βιώσιμη αύξηση του γηγενούς πληθυσμού.
