Σε μια πρωτοφανή για τα ιστορικά χρονικά κατάσταση στον τομέα της ιχθυοκαλλιέργειας έχει περιέλθει η Ελλάδα, καθώς έχει γίνει ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ψαριού του κορυφαίου ανταγωνιστή που είναι η …Τουρκία! Συγκεκριμένα, η Τουρκία πλέον όχι μόνο ανταγωνίζεται την Ελλάδα στην αγορά ψαριού, αλλά τροφοδοτεί την ελληνική αγορά με όλο και μεγαλύτερες ποσότητες.
Η Ελλάδα σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία εισάγει λαβράκια και τσιπούρες από την Τουρκία σε ποσότητες ρεκόρ, γεγονός που προκαλεί ερωτήματα για το ίδιο το μέλλον της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του με τα στοιχεία της Διεθνούς Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), η Τουρκία διατηρεί την ανταγωνιστικότητά της στις τιμές και συνεχίζει να ενισχύει τη θέση της στις διεθνείς αγορές. Το 2024 αποκαλύπτει τη σύγχρονη προβληματική πραγματικότητα.
Η Τουρκία επενδύει επιθετικά σε εξαγωγές, αυξάνοντας την παραγωγή και κατακτώντας διαρκώς μεγαλύτερο μερίδιο στη διεθνή αγορά και κυρίως στην ελληνική.
Οι αριθμοί είναι ξεκάθαροι: Η Τουρκία πουλάει περισσότερα σε περισσότερους. Αντίθετα η Ελλάδα, αν και παραμένει για την ώρα ανταγωνιστική, διατηρώντας την αξία των εξαγωγών της, βλέπει τους όγκους να υποχωρούν και καταλήγει τελικά να εισάγει ψάρια από τον βασικό ανταγωνιστή της.
Η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια έχει παρόν, αλλά το ερώτημα είναι εάν θα μπορέσει να έχει μέλλον χωρίς μια στρατηγική επανεκκίνησης με επενδύσεις στην καινοτομία και επαναπροσδιορισμό στόχων. Ειδικότερα, το 2024, υπό την ώθηση της ισχυρής ζήτησης από βασικούς εμπορικούς εταίρους, οι εξαγωγές λαβρακιού της Τουρκίας κατέγραψαν εντυπωσιακή άνοδο: η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε κατά 14% και ο όγκος κατά 21% σε ετήσια βάση.
Η Ελλάδα αναδείχθηκε στον μεγαλύτερο και ταχύτερα αναπτυσσόμενο προορισμό για το τουρκικό λαβράκι, με τον όγκο εξαγωγών να αυξάνεται κατά 97% και την αξία κατά 83%. Αξιοσημείωτη άνοδο παρουσίασαν επίσης οι αγορές της Ιταλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου η αξία των τουρκικών εξαγωγών αυξήθηκε κατά 18% σε κάθε περίπτωση.
Αντίθετα, οι εξαγωγές προς την Ολλανδία σημείωσαν πτώση 13% σε αξία. Σε όρους όγκου, οι εξαγωγές προς την Ιταλία αυξήθηκαν κατά 20% και προς το Ηνωμένο Βασίλειο κατά 13%. Στον αντίποδα, ο τομέας του ελληνικού λαβρακιού συνέχισε τη σταθερή του ανάπτυξη το 2024. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 14% σε όγκο και κατά 13% σε αξία.
Οι κυριότερες αγορές, Ιταλία και Ισπανία, συνέβαλαν σημαντικά σε αυτήν την πορεία: η Ιταλία κατέγραψε αύξηση 9% στον όγκο και 10% στην αξία, ενώ η Ισπανία αντίστοιχα 18% και 13%. Στον τομέα της τσιπούρας, οι τουρκικές εξαγωγές παρουσίασαν αύξηση 28% σε αξία το 2024, με τον όγκο να καταγράφει αύξηση 3%.
Και σε αυτό το είδος του ψαριού, η Ελλάδα αναδεικνύεται στον σημαντικότερο εισαγωγέα, ενισχύοντας μάλιστα τις εισαγωγές με αύξηση 67% στην αξία και 34% στον όγκο. Αντίθετα, οι ελληνικές εξαγωγές τσιπούρας εμφάνισαν στασιμότητα στην αξία, αλλά σημαντική πτώση στον όγκο (-13%).
Οι βασικές αγορές, Ισπανία και Ιταλία, κατέγραψαν μείωση 18% και 16% αντίστοιχα σε όγκο. Ωστόσο, η αρνητική επίδραση στην αξία ήταν περιορισμένη: η Ιταλία διατήρησε σταθερή αξία εισαγωγών και η Ισπανία σημείωσε μόλις 4% πτώση.
Όγκος εξαγωγών τσιπούρας (2024):
- Τουρκία: +3%
- Ελλάδα: -13%.
