Οι πρόσφατες αποκαλύψεις του BBC φέρνουν στο προσκήνιο κρίσιμα ζητήματα σχετικά με τα όρια και το ρυθμιστικό πλαίσιο της διεθνούς βιομηχανίας δωρεάς σπέρματος. Συγκεκριμένα, αφορούν έναν Δανό δωρητή, του οποίου το γενετικό υλικό χρησιμοποιήθηκε σε 14 χώρες –μεταξύ αυτών και η Ελλάδα– οδηγώντας στη γέννηση τουλάχιστον 197 παιδιών, με ορισμένα να εμφανίζουν καρκίνο εξαιτίας κληρονομικής γενετικής μετάλλαξης.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αποτυπώνει με σαφήνεια το εύρος και τη δυναμική της αγοράς δωρεάς σπέρματος, η οποία τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται με ταχύτατους ρυθμούς. Η πρακτική αυτή δίνει τη δυνατότητα απόκτησης παιδιού σε γυναίκες με προβλήματα υπογονιμότητας, σε ομόφυλα ζευγάρια, καθώς και σε γυναίκες που επιλέγουν τη μητρότητα χωρίς σύντροφο. Παράλληλα, όμως, έχει εξελιχθεί σε μια ιδιαίτερα επικερδή επιχειρηματική δραστηριότητα, με την ευρωπαϊκή αγορά να αποτιμάται το 2023 στα 1,57 δισεκατομμύρια δολάρια και τις προβλέψεις να κάνουν λόγο για άνοδο άνω των 2 δισεκατομμυρίων έως το 2033, φτάνοντας τα 2,18 δισ. δολάρια.
Παρά τη μεγάλη ζήτηση, η προσφορά παραμένει περιορισμένη. Λιγότεροι από πέντε στους 100 άνδρες που εκδηλώνουν ενδιαφέρον πληρούν τελικά τα αυστηρά κριτήρια. Απαιτείται επαρκής αριθμός σπερματοζωαρίων, καλή κινητικότητα και μορφολογία, αντοχή στη διαδικασία κατάψυξης, καθώς και πλήρης έλεγχος για λοιμώξεις και γενετικές παθήσεις. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι δωρητές πρέπει επίσης να είναι ηλικίας 18 έως 45 ετών. Το αποτέλεσμα είναι μια μικρή δεξαμενή δωρητών, με τη χώρα να εισάγει περίπου το 50% του σπέρματος που χρησιμοποιείται.
Πώς μπορεί ένας δωρητής να αποκτήσει εκατοντάδες απογόνους
Η ίδια η βιολογία, ωστόσο, επιτρέπει σε έναν μόνο δωρητή να αποκτήσει δεκάδες ή και εκατοντάδες απογόνους. Κατά τη διάρκεια της δωρεάς, οι άνδρες επισκέπτονται τις κλινικές μία ή δύο φορές την εβδομάδα για μήνες, ενώ κάθε εκσπερμάτιση περιέχει δεκάδες εκατομμύρια σπερματοζωάρια. Όπως σημειώνει στο BBC η διευθύντρια του οργανισμού Progress Educational Trust,Σάρα Νόρκρος, η έλλειψη δωρητών έχει καταστήσει το σπέρμα «πολύτιμο αγαθό», οδηγώντας τις τράπεζες και τις κλινικές στη μέγιστη δυνατή αξιοποίησή του.
Δεν είναι όμως όλα τα δείγματα εξίσου δημοφιλή. Οι υποψήφιοι γονείς επιλέγουν με βάση φωτογραφίες, φωνή, επάγγελμα, ύψος και άλλα χαρακτηριστικά, σε μια διαδικασία που ειδικοί παρομοιάζουν με εφαρμογές γνωριμιών. «Κάποιοι δωρητές είναι απλώς πιο ελκυστικοί από άλλους», εξηγεί ο καθηγητής γονιμότητας Άλαν Πέισι.
Η Δανία κυριαρχεί
Κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια αγορά διαδραματίζει η Δανία, έδρα ορισμένων από τις μεγαλύτερες τράπεζες σπέρματος διεθνώς. Η χώρα έχει αποκτήσει φήμη για το λεγόμενο «σπέρμα των Βίκινγκς», με τον ιδρυτή της Cryos International, Όλε Σου, να αποδίδει την επιτυχία τόσο στην κουλτούρα δωρεάς όσο και σε γενετικά χαρακτηριστικά. Όπως υποστηρίζει, τα ξανθά μαλλιά και τα γαλανά μάτια είναι υπολειπόμενα χαρακτηριστικά, γεγονός που καθιστά το δανέζικο σπέρμα ελκυστικό για γυναίκες από διαφορετικά γενετικά υπόβαθρα. Σύμφωνα με τον ίδιο, το 60% των αιτημάτων προέρχεται από ανύπαντρες, μορφωμένες γυναίκες στα 30 τους.
Η διασυνοριακή διακίνηση σπέρματος, ωστόσο, αποκαλύπτει σοβαρά κενά εποπτείας. Ο δωρητής που βρέθηκε στο επίκεντρο της πρόσφατης έρευνας παρείχε δείγματα σε 67 κλινικές σε 14 χώρες, με κάθε κράτος να εφαρμόζει διαφορετικά όρια ως προς τον αριθμό παιδιών ή οικογενειών ανά δωρητή. Το αποτέλεσμα είναι ένας άνδρας να μπορεί νόμιμα να αποκτήσει εκατοντάδες παιδιά χωρίς να το γνωρίζει.
Αίτημα για δημιουργία ευρωπαϊκού μητρώου σε μια αγορά που θυμίζει «Άγρια Δύση»
Μετά τις αποκαλύψεις, βελγικές αρχές ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τη δημιουργία ευρωπαϊκού μητρώου δωρητών σπέρματος, ενώ ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Βελγίου χαρακτήρισε τον κλάδο «Άγρια Δύση». Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ανθρώπινης Αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας έχει προτείνει όριο 50 οικογενειών ανά δωρητή σε επίπεδο ΕΕ.
Οι ανησυχίες δεν περιορίζονται στην υγεία, αλλά αγγίζουν και ζητήματα ταυτότητας και ψυχολογικής επιβάρυνσης για παιδιά και δωρητές, ιδίως σε μια εποχή όπου τα τεστ DNA και τα κοινωνικά δίκτυα καθιστούν εύκολη την ανεύρεση βιολογικών συγγενών. Όπως τονίζει ο βιοηθικός Τζον Άπλμπι, πρόκειται για ένα «τεράστιο ηθικό ναρκοπέδιο», με την ανάγκη εξισορρόπησης της επιθυμίας για οικογένεια και της προστασίας όλων των εμπλεκομένων.
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν και πώς μπορεί να επιβληθεί ουσιαστικός έλεγχος σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά, χωρίς να ωθούνται οι ενδιαφερόμενοι σε ανεπίσημες, ανεξέλεγκτες και αμφιλεγόμενες λύσεις.
