Όπως προκύπτει από την εξαμηνιαία έρευνα της ΕΚΤ -η οποία καλύπτει το διάστημα από τον Οκτώβριο 2022 έως τον Μάρτιο του 2023- λιγότερες εταιρείες της ζώνης του ευρώ ανέφεραν καθαρή αύξηση της ζήτησης για εξωτερική χρηματοδότηση, ενώ η διαθεσιμότητα επιδεινώθηκε ελαφρά.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το 6% των επιχειρήσεων να αναφέρει διεύρυνση του χρηματοδοτικού κενού (έναντι 9% στον τελευταίο γύρο έρευνας). Το χρηματοδοτικό κενό είναι πιο εμφανές στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, καθώς στις μεγάλες παρατηρείται μείωση.
Επιπλέον, οι εταιρείες της ζώνης του ευρώ ανέφεραν αυστηρότερες συνθήκες χρηματοδότησης. Ειδικότερα, ένα καθαρό 87% ανέφερε τα υψηλότερα τραπεζικά επιτόκια (από 71% τον προηγούμενο γύρο), αντανακλώντας τη μετάδοση της σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής στο κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων.
Ένας ολοκληρωμένος δείκτης του πώς αντιλαμβάνονται οι επιχειρήσεις τις συνθήκες χρηματοδότησης δείχνει συνεχή επιδείνωση με ποσοστό 47%, το οποίο είναι και το υψηλότερο από την έναρξη της έρευνας το 2009.
Παρά τους αυστηρότερους όρους χρηματοδότησης, το καθαρό ποσοστό των επιχειρήσεων που ανέφεραν εμπόδια στη λήψη τραπεζικού δανείου παρέμεινε σε γενικές γραμμές αμετάβλητο στο 7%, με καθαρά ποσοστά 5% για τις μεγάλες επιχειρήσεις και 9% για τις ΜΜΕ.
Όσον αφορά το μέλλον, οι εταιρείες της ζώνης του ευρώ αναμένουν περαιτέρω επιδείνωση της διαθεσιμότητας τραπεζικών δανείων και πιστωτικών ορίων τους επόμενους έξι μήνες, αλλά αναμένουν βελτίωση στη διαθεσιμότητα εσωτερικών κεφαλαίων σε καθαρούς όρους.
Παράλληλα οι εταιρείες ανέφεραν για το λόγω χρονικό διάστημα, συνεχή βελτίωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, με αυξημένο κύκλο εργασιών κυρίως στις μεγάλες παρά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Το 16% των ΜΜΕ ανέφερε επιδείνωση των κερδών, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν υπέδειξαν μεταβολή των κερδών στο ισοζύγιο.
Η χαμηλότερη κερδοφορία αντανακλά την άνοδο του κόστους εργασίας, με το 77% των επιχειρήσεων να αναφέρει αύξηση, ποσοστό που αποτελεί ρεκόρ από τότε που άρχισε η συγκεκριμένη έρευνα.
Το καθαρό ποσοστό των επιχειρήσεων που αναφέρουν αύξηση του κόστους για υλικά και ενέργεια (89%) παρέμεινε υψηλό, αν και ήταν ελαφρώς χαμηλότερο από το ποσοστό που αναφέρθηκε στον προηγούμενο γύρο έρευνας.
Αυτό αντανακλά τη χαλάρωση των σημείων συμφόρησης στην προσφορά, μαζί με την πτώση των τιμών της ενέργειας. Η αύξηση των δαπανών για τόκους είχε επίσης αρνητικό αντίκτυπο στην κερδοφορία, με το καθαρό ποσοστό να βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη της έρευνας. Οι αυξήσεις στο κόστος εργασίας και στις δαπάνες τόκων αναφέρθηκαν ευρύτερα από τις μεγάλες επιχειρήσεις παρά από τις ΜΜΕ.
