Με «αναδίπλωση» αντί για επέκταση συμπληρώνει η McDonald’s 35 χρόνια παρουσίας στην Ελλάδα, επιχειρώντας να βαφτίσει ως στρατηγική επιλογή μια σειρά από αναγκαστικές διορθωτικές κινήσεις. Σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους και έντονου ανταγωνισμού, η εταιρεία προχωρά σε κλεισίματα καταστημάτων χαμηλής απόδοσης, ενώ ταυτόχρονα σχεδιάζει επιλεκτικά ανοίγματα σε περιοχές υψηλής εμπορικότητας, προκειμένου να περιορίσει τις ζημιές της.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του καταστήματος στη Δουκίσσης Πλακεντίας στο Χαλάνδρι, το οποίο κατέβασε ρολά μόλις τρία χρόνια μετά τα εγκαίνιά του. Παρά την επένδυση ύψους 1,5 εκατ. ευρώ και την απασχόληση δεκάδων εργαζομένων, η απόδοσή του δεν δικαίωσε τις αρχικές προβλέψεις, οδηγώντας τη διαχειρίστρια εταιρεία Premier Capital Ελλάς στην απόφαση οριστικού κλεισίματος. Πληροφορίες μάλιστα αναφέρουν ότι δεν αποκλείεται έως το τέλος του 2026 να ακολουθήσει και δεύτερο «λουκέτο», επιβεβαιώνοντας ότι τα προβλήματα δεν περιορίζονται σε μεμονωμένες περιπτώσεις.
Η εταιρεία επιχειρεί να παρουσιάσει τις εξελίξεις ως «αναδιάταξη δικτύου» και όχι ως συρρίκνωση. Υπό τη νέα διοίκηση του Vladimir Janevski, σχεδιάζει νέα καταστήματα σε σημεία με έντονη εμπορική κίνηση, όπως το food court του The Mall Athens, ενώ εξετάζει ανοίγματα και σε τουριστικές περιοχές. Παρά τις δυσκολίες, διατηρεί επισήμως τον στόχο για δίκτυο 50 εστιατορίων έως το 2028 – στόχο που μοιάζει όλο και πιο φιλόδοξος, τη στιγμή που το δίκτυο αριθμεί σήμερα μόλις 34 καταστήματα.
Από την πλευρά της, η Premier Capital μιλά για «βιώσιμη ανάπτυξη» και υπενθυμίζει ότι από το 2011 έχει επενδύσει πάνω από 51 εκατ. ευρώ στην Ελλάδα, ενώ πρόσφατα ολοκλήρωσε νέο κέντρο διανομής στον Ασπρόπυργο αξίας 7 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, οι αριθμοί δείχνουν μια λιγότερο αισιόδοξη εικόνα, με την ελληνική αγορά να παραμένει η μοναδική ζημιογόνα για τον όμιλο.
Το κλείσιμο του καταστήματος στο Χαλάνδρι δεν είναι το πρώτο πλήγμα για την περιοχή. Από το ίδιο εμπορικό συγκρότημα είχε αποχωρήσει και η ΑΒ Βασιλόπουλος το 2024, μόλις 18 μήνες μετά το άνοιγμα υπερσύγχρονου καταστήματος, λόγω χαμηλών πωλήσεων. Ένα ακόμη σημάδι ότι ο αρχικός σχεδιασμός και των δύο εταιρειών αποδείχθηκε υπερβολικά αισιόδοξος.
