
Του Βασιλη Ταλαμαγκα
Τον Δεκέμβριο του 2025, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του ελληνικού Δημοσίου διαμορφώθηκαν στα 3,221 δισ. ευρώ, από 3,872 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα. Με μια πρώτη ματιά, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να εκληφθεί ως θετικό σημάδι δημοσιονομικής εξυγίανσης. Ωστόσο, πίσω από τη μείωση κρύβονται πρακτικές που περισσότερο παραπέμπουν σε λογιστική διαχείριση και λιγότερο σε ουσιαστική αποπληρωμή υποχρεώσεων. Συμψηφισμοί με rebates και clawbacks νοσοκομειακών προμηθευτών, μεταφορές πληρωμών και άλλες εποχικές τεχνικές φαίνεται να συνέβαλαν καθοριστικά στη μείωση του ποσού.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν εξετάσει κανείς τη σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2024. Μέσα σε έναν μόλις χρόνο, οι οφειλές αυξήθηκαν έως και κατά 800 εκατ. ευρώ, προτού εμφανιστεί η πρόσφατη αποκλιμάκωση. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει τη διαχρονική αδυναμία του κράτους να συγκρατήσει τις υποχρεώσεις του και να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις ταμειακές του ροές. Με άλλα λόγια, η μείωση ενός μήνα δεν αναιρεί τη συστημική διόγκωση του προβλήματος.
Το ελληνικό Δημόσιο, που απαιτεί από πολίτες και επιχειρήσεις αυστηρή συνέπεια στις φορολογικές και ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις, συχνά δεν επιδεικνύει την ίδια συνέπεια απέναντι στους προμηθευτές του. Μικρομεσαίες επιχειρήσεις, επαγγελματίες υγείας, τεχνικές εταιρείες και πάροχοι υπηρεσιών βρίσκονται αντιμέτωποι με καθυστερήσεις πληρωμών που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν τους έξι ή και δώδεκα μήνες. Το αποτέλεσμα είναι ασφυκτική έλλειψη ρευστότητας, περιορισμός επενδύσεων και, σε ακραίες περιπτώσεις, λουκέτα.
Ιδιαίτερα στον τομέα της υγείας, οι πρακτικές των rebates και των clawbacks έχουν εξελιχθεί σε μηχανισμό έμμεσης χρηματοδότησης του συστήματος από τους ίδιους τους προμηθευτές. Οι εταιρείες καλούνται να επιστρέψουν σημαντικό μέρος των απαιτήσεών τους, προκειμένου να καλυφθούν υπερβάσεις δαπανών. Έτσι, η ονομαστική μείωση των ληξιπρόθεσμων δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με πραγματική εξόφληση, αλλά συχνά με αναγκαστική παρακράτηση ποσών που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να έχουν καταβληθεί.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο λογιστικό ή ταμειακό αλλά είναι βαθιά θεσμικό. Η έλλειψη σταθερού μηχανισμού παρακολούθησης και έγκαιρης εκκαθάρισης των υποχρεώσεων, η πολυπλοκότητα των διαδικασιών και η κατακερματισμένη ευθύνη μεταξύ φορέων συντηρούν έναν φαύλο κύκλο. Παρά τις δεσμεύσεις για επιτάχυνση των πληρωμών και αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων, η πρόοδος παραμένει αργή.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οδηγία για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών επιβάλλει συγκεκριμένα χρονικά όρια στις συναλλαγές του δημόσιου τομέα. Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή τους συχνά σκοντάφτει σε εσωτερικές αγκυλώσεις. Η Ελλάδα έχει βρεθεί επανειλημμένα στο μικροσκόπιο για τις καθυστερήσεις της, γεγονός που πλήττει την αξιοπιστία της οικονομίας και αυξάνει το κόστος συναλλαγών.
Το ζήτημα των ληξιπρόθεσμων οφειλών δεν είναι αποκομμένο από τη συνολική δημοσιονομική πολιτική. Σε περιόδους αυξημένων υποχρεώσεων ή πίεσης για επίτευξη στόχων, η μετάθεση πληρωμών προς το μέλλον λειτουργεί ως άτυπο εργαλείο εξισορρόπησης. Όμως αυτή η πρακτική μεταφέρει το βάρος στην πραγματική οικονομία. Οι επιχειρήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν το κράτος, χωρίς τόκο και χωρίς διαπραγματευτική ισχύ.
Η αντίφαση είναι προφανής: το κράτος επιβάλλει προσαυξήσεις και κατασχέσεις για καθυστερούμενες οφειλές πολιτών, αλλά δεν υφίσταται ανάλογες κυρώσεις όταν το ίδιο καθυστερεί. Αυτή η ασυμμετρία διαβρώνει την εμπιστοσύνη και ενισχύει το αίσθημα αδικίας. Η συνέπεια στις πληρωμές δεν μπορεί να είναι μονόπλευρη απαίτηση.
Αν το Δημόσιο επιθυμεί να αποβάλει τη φήμη του «μεγαλύτερου μπαταξή», χρειάζεται μια συνολική στρατηγική , όπως ρεαλιστικό προϋπολογισμό δαπανών, αυστηρή παρακολούθηση υποχρεώσεων σε πραγματικό χρόνο, διαφάνεια στα στοιχεία και αυτόματους μηχανισμούς αποπληρωμής.
Η βιώσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει ένα κράτος αξιόπιστο και συνεπές. Όσο το Δημόσιο καθυστερεί συστηματικά τις πληρωμές του, λειτουργεί ως τροχοπέδη για την οικονομία που υποτίθεται ότι στηρίζει. Η πραγματική μεταρρύθμιση δεν θα φανεί σε έναν μηνιαίο πίνακα εκτέλεσης προϋπολογισμού, αλλά στη σταθερή, διαχρονική μείωση των οφειλών χωρίς λογιστικά τεχνάσματα. Μόνο τότε θα μπορεί να διεκδικεί τον ρόλο του θεματοφύλακα της δημοσιονομικής πειθαρχίας με αξιοπιστία και ηθικό κύρος.
