Δε. Ιούν 15th, 2026

Του Βασίλη Ταλαμάγκα

Το Μέγαρο Μαξίμου φαίνεται να επενδύει εκ νέου σε μια παλιά, δοκιμασμένη συνταγή: τον κοινωνικό αυτοματισμό και το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος». Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκονται σήμερα οι αγρότες, μια κοινωνική ομάδα με ιστορικό βάρος και ισχυρή παρουσία στον δημόσιο χώρο. Η κυβερνητική αφήγηση επιχειρεί να τους παρουσιάσει ως προνομιούχους, αδιάλλακτους ή και υπεύθυνους για την «ταλαιπωρία της κοινωνίας», μεταθέτοντας το βάρος της συζήτησης από τα δομικά προβλήματα της αγροτικής παραγωγής στην καθημερινή δυσκολία των υπολοίπων πολιτών.

Ο κοινωνικός αυτοματισμός δεν είναι τυχαία επιλογή. Σε περιόδους πολιτικής πίεσης, λειτουργεί ως μηχανισμός διάσπασης: στρέφει τη μία κοινωνική ομάδα εναντίον της άλλης, αποδυναμώνοντας τη συλλογική διεκδίκηση και απομακρύνοντας το βλέμμα από τις κυβερνητικές ευθύνες. Στην περίπτωση των αγροτών, τα αιτήματα για βιώσιμο κόστος παραγωγής, δίκαιες τιμές και προστασία από τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης συμπυκνώνονται επικοινωνιακά σε εικόνες αποκλεισμένων δρόμων και «παράλογων απαιτήσεων». Έτσι, η ουσία χάνεται μέσα στον θόρυβο.

Παράλληλα, το Μαξίμου επιχειρεί να αναστήσει το γνώριμο δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος». Ένα δίλημμα που βασίζεται στον φόβο και όχι στην πειθώ. Η κυβέρνηση παρουσιάζεται ως η μοναδική δύναμη σταθερότητας, ενώ κάθε κοινωνική αντίδραση, κάθε απεργία ή κινητοποίηση, βαφτίζεται απειλή για την ομαλότητα. Όμως, όσο η πραγματικότητα διαψεύδει την υπόσχεση της σταθερότητας –με ακρίβεια, ανισότητες και ανασφάλεια να κυριαρχούν– τόσο το δίλημμα αυτό φθείρεται.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η στρατηγική μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ και να οδηγήσει σε μη αναστρέψιμη πολιτική φθορά. Οι πολίτες, κουρασμένοι από διλήμματα εκβιαστικού χαρακτήρα, ενδέχεται να επιλέξουν συνειδητά αυτό που τους παρουσιάζεται ως «χάος». Όχι γιατί επιθυμούν την αστάθεια, αλλά γιατί το υπάρχον πλαίσιο δεν τους προσφέρει προοπτική. Όταν η καθημερινότητα βιώνεται ήδη ως χαοτική –με χαμηλούς μισθούς, υψηλό κόστος ζωής και αίσθηση αδικίας– ο φόβος χάνει την αποτελεσματικότητά του.

Σε αυτό το σημείο, η κατασκευή του διλήμματος μπορεί να καταστεί μη αναστρέψιμη. Αν οι πολίτες πάψουν να πιστεύουν ότι η κυβέρνηση εγγυάται την τάξη και τη βελτίωση της ζωής τους, τότε ο κοινωνικός αυτοματισμός δεν θα διχάζει πλέον προς όφελός της. Αντίθετα, μπορεί να ενώσει διαφορετικές κοινωνικές ομάδες γύρω από την κοινή εμπειρία της πίεσης και της απαξίωσης.

Η επιλογή, λοιπόν, δεν είναι πραγματικά «Μητσοτάκης ή χάος». Είναι ανάμεσα σε μια πολιτική που ανακυκλώνει τον φόβο και τον διχασμό και σε μια κοινωνία που διεκδικεί αλλαγή, ακόμη κι αν αυτή παρουσιάζεται ως ρίσκο. Και όταν οι πολίτες αρχίζουν να διαλέγουν το «χάος», συχνά δεν είναι γιατί φοβούνται λιγότερο, αλλά γιατί ελπίζουν περισσότερο.